μετέχω

μετ|έχω (τινός) ['держать что сообща'] принимать участие в чем, быть причастным (к) чему

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μετέχω" в других словарях:

  • μετέχω — partake of pres subj act 1st sg μετέχω partake of pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέχω — μετέχω, (μετείχα) βλ. πίν. 190 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μετέχω — (ΑΜ μετέχω, Α και μετίσχω και αιολ. τ. πεδέχω) έχω μερίδιο σε κάτι, είμαι μέτοχος, έχω κάτι από κοινού με άλλον ή άλλους, συμμετέχω (α. «ἶσον τῶν ἀγαθῶν τῶν τε κακῶν μετέχειν», Ηρόδ. β. «ξὺν σοὶ μετεῑχον τῶν ἴσων», Σοφ.) | νεοελλ. έχω μέσα μου,… …   Dictionary of Greek

  • μετέχω — [мэтэхо] ρ. принимать участие, участвовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μετέχω — πρτ. μετείχα, παίρνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω: Στην έρευνα μετέχουν νέοι από όλη την Ευρώπη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετέχετον — μετέχω partake of pres imperat act 2nd dual μετέχω partake of pres ind act 3rd dual μετέχω partake of pres ind act 2nd dual μετέχω partake of imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέχετε — μετέχω partake of pres imperat act 2nd pl μετέχω partake of pres ind act 2nd pl μετέχω partake of imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέχῃ — μετέχω partake of pres subj mp 2nd sg μετέχω partake of pres ind mp 2nd sg μετέχω partake of pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεθέξετον — μετέχω partake of fut ind act 3rd dual μετέχω partake of fut ind act 2nd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεθέξον — μετέχω partake of fut part act masc voc sg μετέχω partake of fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεθέξοντα — μετέχω partake of fut part act neut nom/voc/acc pl μετέχω partake of fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.